20ή ημέρα πολέμου στη Μέση Ανατολή και αυτό που παρατηρούμε είναι μια σαφής κλιμάκωση εκ μέρους του Ιράν. Χθες το βράδυ, οι Φρουροί της Επανάστασης έπληξαν ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία. Μεταξύ των στόχων ήταν και η βιομηχανική περιοχή Ρας Λαφάν, όπου βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο.
Τα ιρανικά πλήγματα έρχονται ως αντίποινα για τις ισραηλινές επιθέσεις σε εγκαταστάσεις που συνδέονται με το κοίτασμα φυσικού αερίου του Νότιου Παρς (το μεγαλύτερο παγκοσμίως), παρά τις καταδίκες από τις μοναρχίες του Κόλπου.
Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, δείχνουν ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ακολουθεί τροχιά περαιτέρω κλιμάκωσης, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί μεσοπρόθεσμα. Θα συνεχιστεί αυτή η κλιμάκωση ή θα υπάρξει μια σταδιακή μετεξέλιξη της σύγκρουσης;
Παρατηρώντας τη στρατηγική τόσο του Ιράν όσο και του συνασπισμού ΗΠΑ–Ισραήλ, μπορούμε να εκτιμήσουμε με σχετική ασφάλεια ότι, στο άμεσο διάστημα, η υψηλή ένταση θα διατηρηθεί. Τα εμπλεκόμενα μέρη επιδιώκουν να επιβάλουν μέγιστο στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος στον αντίπαλο, ενισχύοντας τη θέση τους ενόψει μιας ενδεχόμενης αποκλιμάκωσης.
Η φάση αυτή θα χαρακτηριστεί από εκτεταμένα πλήγματα σε ολόκληρη την περιοχή, ενδεχόμενα χτυπήματα σε περισσότερες ενεργειακές εγκαταστάσεις ή άλλες κρίσιμες υποδομές, όπως μονάδες αφαλάτωσης, μια πιθανή χερσαία επιχείρηση εκ μέρους των Αμερικανών και μια εντεινόμενη ενεργειακή πίεση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ωστόσο, η διατήρηση αυτού του επιπέδου έντασης είναι χρονικά περιορισμένη.
Το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα: οι επιχειρήσεις, η διατάραξη των ενεργειακών ροών και οι επιπτώσεις στις αγορές δημιουργούν ισχυρά κίνητρα αποκλιμάκωσης, ιδίως για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Παράλληλα, το εσωτερικό πολιτικό κόστος στις ΗΠΑ ενόψει, μάλιστα, ενδιάμεσων εκλογών, ενισχύει την πίεση για αποφυγή μιας παρατεταμένης σύγκρουσης υψηλής έντασης. Στην περίπτωση του Ισραήλ, σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι αντοχές του «Σιδερένιου Θόλου» και των λοιπών αντιβαλλιστικών συστημάτων.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν δεν μπορεί να συνεχίσει τον πόλεμο επ’ αόριστον. Τα πλήγματα που έχει δεχθεί είναι σημαντικά και τα αποθέματα πυραύλων δεν είναι απεριόριστα.
Ωστόσο, το Ιράν δεν φαίνεται να βρίσκεται κοντά σε κατάρρευση του καθεστώτος. Αντιθέτως, επιδεικνύει μια στρατηγική ανθεκτικότητας, επιδιώκοντας να απορροφήσει τα πλήγματα και να επιβάλει υψηλό κόστος στους αντιπάλους του. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν πόλεμο φθοράς: μέσω ασύμμετρων μέσων και έμμεσων επιχειρήσεων, στοχεύει κυρίως στη φθορά του αντιπάλου και όχι σε άμεση στρατιωτική νίκη, η οποία είναι πρακτικώς αδύνατη. Αυτό καθιστά το σενάριο πλήρους κατάρρευσης εξαιρετικά απίθανο, ιδίως αν ληφθούν υπόψη και οι περιορισμένες δυνατότητες των αντικαθεστωτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας.
Εντούτοις, δεν πρέπει να αγνοηθούν οι επιτυχίες της αμερικανοϊσραηλινής πλευράς όσον αφορά την αποδυνάμωση της ηγεσίας του καθεστώτος και την καταστροφή σημαντικού μέρους του ιρανικού οπλοστασίου.
Επομένως, καθώς οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι, οι οποίοι παραμένουν εν μέρει ασαφείς, δεν επιτυγχάνονται πλήρως, δύο φαίνεται να είναι τα επικρατέστερα σενάρια για την πορεία της σύγκρουσης μεσοπρόθεσμα: το σενάριο μιας σταδιακής αποκλιμάκωσης σε μια χαμηλότερης έντασης αλλά παρατεταμένης αντιπαράθεσης ή το σενάριο μιας «ξαφνικής» απεμπλοκής των ΗΠΑ. Το σενάριο εκεχειρίας, αν και υπαρκτό, παραμένει λιγότερο πιθανό, καθώς προϋποθέτει πολιτική βούληση και διαπραγματεύσεις που προς το παρόν δεν είναι δυνατές λόγω της αμοιβαίας καχυποψίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκύψει μόνο μετά από εκτεταμένη κόπωση των εμπλεκομένων ή την έντονη διεθνή πίεση.
Γιώργος Μενεσιάν, 19 Μαρτίου 2026

