Η ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΙΡΑΝ

Πληροφορίες αναφέρουν ότι η Σαουδική Αραβία εξετάζει το ενδεχόμενο άμεσης συμμετοχής στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, κάτι που δείχνει πιθανή αλλαγή στη μέχρι τώρα στάση της.Αρχικά, το σαουδαραβικό βασίλειο είχε υιοθετήσει μια αποτρεπτική και επιφυλακτική στάση έναντι μιας ενδεχόμενης στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν. Ανώτατοι αξιωματούχοι επιχείρησαν να αποτρέψουν την κλιμάκωση, ασκώντας πίεση προς την αμερικανική ηγεσία και ειδικότερα προς τον πρόεδρο Τραμπ, προκειμένου να μην προχωρήσει σε έναν νέο πόλεμο στην περιοχή. Στο ίδιο πλαίσιο, η Σαουδική Αραβία είχε προειδοποιήσει ότι, σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν, δεν θα επέτρεπε τη χρήση του σαουδαραβικού εναέριου χώρου για την υποστήριξη των επιχειρήσεων αυτών.

Παρά τη στάση αυτή, και στο πλαίσιο της λογικής των αντιποίνων, η Σαουδική Αραβία – όπως και οι υπόλοιπες μοναρχίες του Κόλπου – κατέστη στόχος ιρανικών επιθέσεων. Πέραν των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις και της αμερικανικής πρεσβείας στο Ριάντ, οι Φρουροί της Επανάστασης στοχοποίησαν και κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, πλήττοντας άμεσα τον πυρήνα της σαουδαραβικής οικονομίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Ριάντ προχώρησε σε αναθεώρηση της πολιτικής του. Αφού καταδίκασε επισήμως το Ιράν, επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες τη χρήση αεροπορικών και λοιπών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, απέλασε Ιρανούς διπλωμάτες και ανακοίνωσε ότι οποιοδήποτε επόμενο ιρανικό πλήγμα στην επικράτειά του θα απαντηθεί με αντεπιθέσεις. Παράλληλα, το Βασίλειο φαίνεται να πιέζει υπέρ της συνέχισης των στρατιωτικών επιχειρήσεων έως την πλήρη εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής.

Η χθεσινή ιρανική επίθεση εναντίον σαουδαραβικής στρατιωτικής βάσης που φιλοξενεί αμερικανικά στρατεύματα, επιβεβαιώνει τη διαρκή κλιμάκωση και την αποδυνάμωση των μηχανισμών αποτροπής, παρά τις ρητές προειδοποιήσεις του Ριάντ.

Η κατανόηση της τρέχουσας στρατηγικής της Σαουδικής Αραβίας προϋποθέτει την ένταξή της στο ευρύτερο πλαίσιο του μακροχρόνιου ανταγωνισμού με το Ιράν, ο οποίος εκδηλώθηκε κυρίως μέσω πολέμων δι’ αντιπροσώπων σε πολλαπλά μέτωπα, όπως το Μπαχρέιν, το Ιράκ, η Συρία, ο Λίβανος και τα Παλαιστινιακά Εδάφη. Κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης υπήρξε η Υεμένη, η οποία συνιστά το «μαλακό υπογάστριο» της σαουδαραβικής ασφάλειας.

Η ενίσχυση της οργάνωσης Ανσάρ Αλλάχ (Χούθι) από το Ιράν και η κατάληψη της πρωτεύουσας Σαναά, καθώς και του μεγαλύτερου τμήματος της δυτικής Υεμένης, οδήγησαν στην άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας στον εμφύλιο πόλεμο της χώρας. Η εμπλοκή αυτή είχε σημαντικό οικονομικό και στρατηγικό κόστος για το Βασίλειο, κυρίως λόγω των επαναλαμβανόμενων πυραυλικών επιθέσεων και επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη από τους Χούθι κατά πετρελαϊκών και άλλων κρίσιμων υποδομών εντός της σαουδαραβικής επικράτειας.

Η εξομάλυνση των διμερών σχέσεων μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας το 2023, με τη διαμεσολάβηση της Κίνας, δημιούργησε μια περίοδο σχετικής αποκλιμάκωσης. Κατά τη φάση αυτή, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της απειλής από τους Χούθι, ενώ η Σαουδική Αραβία προχώρησε σε επαναπροσέγγιση με το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, παρά τον στενό του δεσμό με το Ιράν. Παράλληλα, το Ριάντ επικεντρώθηκε στον ανταγωνισμό του με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ επιχείρησε να διαχειριστεί την αναδυόμενη ισραηλινή ηγεμονία στη Μέση Ανατολή μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα. Το σημαντικότερο, υπό τη ντε φάκτο ηγεσία του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, η χώρα έδωσε προτεραιότητα στην υλοποίηση του φιλόδοξου αναπτυξιακού σχεδίου «Όραμα 2030».

Η εν εξελίξει σύγκρουση και τα ιρανικά αντίποινα διαταράσσουν τη στρατηγική αυτή εξισορρόπησης, επαναφέροντας τα διλήμματα ασφαλείας στις σχέσεις των δύο κρατών.
Σήμερα, παρατηρείται σαφής μετατόπιση της σαουδαραβικής στρατηγικής από μια πολιτική προσεκτικής ουδετερότητας προς την πιθανότητα άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής. Η μετατόπιση αυτή ερμηνεύεται βάσει τριών βασικών παραγόντων.

Πρώτον, η Σαουδική Αραβία επιδιώκει την εδραίωση της θέσης της ως ηγεμονικού περιφερειακού πόλου και ως ηγέτιδας δύναμης του σουνιτικού κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, υιοθετεί στρατηγικές προβολής ισχύος και επιδιώκει τον επανακαθορισμό της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας και των πολιτικών συσχετισμών. Ενδεικτικά παραδείγματα συνιστούν η χρήση σκληρής ισχύος στην Υεμένη τον περασμένο Δεκέμβριο για την αποδυνάμωση δυνάμεων που συνδέονταν με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η σύναψη στρατηγικής αμυντικής συμφωνίας με το Πακιστάν, καθώς και η ενίσχυση της επιρροής του Ριάντ σε χώρες όπως η Συρία, το Σουδάν, η Αίγυπτος, η Σομαλία και η Λιβύη. Τα ιρανικά πλήγματα πλήττουν ευθέως την αξιοπιστία αυτής της στρατηγικής, δημιουργώντας την ανάγκη για αποκατάσταση της αποτρεπτικής ισχύος.

Δεύτερον, η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε συγκριτικά ευνοϊκότερη στρατηγική θέση έναντι άλλων κρατών του Κόλπου ως προς την ενεργειακή της πολιτική. Ενώ οι υπόλοιπες μοναρχίες εξαρτώνται σχεδόν πλήρως από τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία παραμένουν ντε φάκτο κλειστά, η Σαουδική Αραβία διαθέτει εναλλακτικές υποδομές, όπως ο αγωγός Ανατολής–Δύσης, ο οποίος παρακάμπτει τόσο τα Στενά του Ορμούζ όσο και τα Στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, τα τελευταία υπό τη διαρκή απειλή των φιλοϊρανών Χούθι. Η δυνατότητα μεταφοράς έως και 7 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως μέσω του αγωγού αυτού προσδίδει στο Βασίλειο αυξημένη στρατηγική ευελιξία.

Τρίτον, η σαουδαραβική ηγεσία φαίνεται να επαναξιολογεί την ιεράρχηση των απειλών, αναγνωρίζοντας το Ιράν ως το πρωτεύον στρατηγικό εμπόδιο για την επίτευξη των μακροπρόθεσμων στόχων της – ακόμη σημαντικότερο και από το Ισραήλ. Η προσδοκία ότι η εξομάλυνση των σχέσεων θα λειτουργούσε αποτρεπτικά έναντι ιρανικών επιθετικών ενεργειών δεν επιβεβαιώθηκε. Ως εκ τούτου, ενισχύεται η τάση υπέρ μιας στρατηγικής που αποσκοπεί στην ουσιαστική αποδυνάμωση του Ιράν, εάν όχι και στην κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος.

Συνολικά, η εν εξελίξει σύγκρουση αναδιαμορφώνει το περιφερειακό σύστημα και τους συσχετισμούς ισχύος στη Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία, η οποία είχε επιδείξει τάσεις σχετικής αποστασιοποίησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες – ιδίως κατά την περίοδο της προεδρίας Μπάιντεν – φαίνεται να επανεντάσσεται στο αμερικανικό «στρατόπεδο». Παράλληλα, διαφαίνεται η σύγκλιση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, γεφυρώνοντας ένα ρήγμα που είχε προσεγγίσει τα όρια ανοικτής αντιπαράθεσης, ενώ παραμένει αβέβαιη η επίδραση της σύγκρουσης στις σχέσεις με το Ισραήλ.

Συμπερασματικά, η Σαουδική Αραβία φαίνεται να εγκαταλείπει σταδιακά τη στρατηγική εξισορρόπησης που υιοθέτησε τα τελευταία χρόνια και να προσανατολίζεται σε μια πιο ενεργητική, ενδεχομένως και συγκρουσιακή, πολιτική έναντι του Ιράν. Η εξέλιξη αυτή δεν επηρεάζει μόνο τις σχέσεις των δύο κρατών, αλλά αναμένεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή της περιφερειακής τάξης στη Μέση Ανατολή τα επόμενα χρόνια.

Σχετικά Άρθρα

Προτάσεις Συνεργασίας