Από την έναρξη της ισραηλινής εισβολής στη Λωρίδα της Γάζας, μετά τις πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, περισσότεροι από 60.000, ως επί το πλείστον άμαχοι, έχουν σκοτωθεί. Το μεγαλύτερο τμήμα της πυκνοκατοικημένης αυτής περιοχής έχει καταστραφεί και, σύμφωνα με τον ΟΗΕ και ανεξάρτητους παρατηρητές, οι Ισραηλινές Δυνάμεις έχουν διαπράξει σειρά εγκλημάτων πολέμου.
Το τελευταίο διάστημα το Ισραήλ αντιμετωπίζει την εντονότερη πολιτική και διπλωματική πίεση από τους Δυτικούς εταίρους και συμμάχους του από την έναρξη του πολέμου. Γιατί όμως τώρα; Γιατί η Δύση επέλεξε αυτή τη χρονική στιγμή να ασκήσει πολιτική πίεση στο Ισραήλ; Η απάντηση βρίσκεται στις συνθήκες λιμοκτονίας που φαίνεται να επικρατούν στη Γάζα, οι οποίες έχουν προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις στη διεθνή κοινότητα, αλλά και στις δυτικές κοινωνίες.
Το νέο κύμα κριτικής και πολιτικής πίεσης ξεκίνησε τον περασμένο Μάιο με τις κοινές δηλώσεις Βρετανίας–Γαλλίας–Καναδά. Στο πνεύμα αυτών των δηλώσεων ακολούθησε το κοινό ανακοινωθέν 28 δυτικών κρατών στις 22 Ιουλίου. Οι εκκλήσεις εξελίχθηκαν σε προειδοποιήσεις για ενδεχόμενη αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την πολιτική διαδραμάτισε η Γαλλία, με τον Γάλλο πρόεδρο να δηλώνει ότι τον Σεπτέμβριο θα αναγνωρίσει την Παλαιστίνη. Αυτή η κίνηση δεν προκαλεί έκπληξη αν αναλογιστούμε την γαλλική στάση στο Μεσανατολικό από το 1964 και μετά. Μετά όμως ακολούθησαν παρόμοιες δηλώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά και της Πορτογαλίας, καθώς και το αίτημα της Σουηδίας για αναστολή του εμπορικού σκέλους της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ. Ακόμα και η Γερμανία, ένας εκ των στενότερων υποστηρικτών του Ισραήλ, ζητά την έναρξη της διαδικασίας για την υλοποίηση της λύσης δύο κρατών. Πεποίθηση όλων είναι ότι η πρόθεση αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους θα αναγκάσει το Ισραήλ να τερματίσει τις πολεμικές του επιχειρήσεις και να σταματήσει να θέτει εμπόδια στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στον θύλακα.
Η στάση αυτών των κρατών έχει προκαλέσει ενόχληση στο Ισραήλ. Μεγαλύτερη ενόχληση φαίνεται να προκάλεσαν οι δηλώσεις Τραμπ ο οποίος δήλωσε ότι ο κόσμος στη Γάζα πράγματι λιμοκτονεί. Η ισραηλινή κυβέρνηση αρνείται ότι οι Παλαιστίνιοι του θύλακα λιμοκτονούν και επιρρίπτει τις ευθύνες αποκλειστικά στη Χαμάς. Οι δηλώσεις Τραμπ, επομένως, δημιουργούν προβλήματα στο αφήγημα της ισραηλινής κυβέρνησης. Αρκούν αυτά για να σταματήσει ο πόλεμος; Η εντός και εκτός Ισραήλ κριτική και η πιθανή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους από ορισμένες δυτικές κυβερνήσεις δεν θα επηρεάσουν τις εξελίξεις επί του πεδίου. Το Ισραήλ επιθυμεί την εκεχειρία, αλλά όχι τον οριστικό τερματισμό του πολέμου. Όχι όσο υπάρχει η Χαμάς.
Σαφέστατα, μια τέτοια εξέλιξη θα είναι αρνητική για την ισραηλινή πλευρά, ιδίως όταν αυτή εναντιώνεται επισήμως στη λύση των δύο κρατών. Παρά τους ισχυρούς συμβολισμούς, η πίεση παραμένει πολιτική. Η πραγματική πίεση έρχεται με άλλα μέσα (π.χ. κυρώσεις). Παράλληλα, το Ισραήλ συνεχίζει να διαθέτει πιστούς υποστηρικτές εντός της Δύσης και αυτό εκ των πραγμάτων θέτει εμπόδια στην υιοθέτηση μιας συλλογικής στάσης. Οι δε ΗΠΑ δεν εκτιμάται ότι θα κινηθούν αποφασιστικά εναντίον των ισραηλινών συμφερόντων.
Το Ισραήλ έχει πιεστεί πολιτικά. Μπορεί οι ευθύνες της Χαμάς να είναι μεγάλες (π.χ. στην αποτυχία των πρόσφατων διαπραγματεύσεων για δίμηνη εκεχειρία), όμως η Δύση έχει στρέψει την προσοχή της σε όσα κάνει το Ισραήλ. Ο λόγος εν προκειμένω δεν είναι ο αντισημιτισμός, αλλά η δύναμη της εικόνας, η οποία είναι αποκαρδιωτική.

